A Narrative // Μια αφηγηση





Τι είναι η σιέστα;
What is Siesta?
Περίπου 20 λεπτά.

Approximately 20 minutes.

"Σηκώνομαι αργά από το γραφείο μου, σβήνω τον υπολογιστή μου, κατευθύνομαι προς το κρεββάτι μου, ξεκουμπώνω το παντελόνι μου, βγάζω τα παπούτσια και τις κάλτσες μου, τραβάω το τηλέφωνο από την πρίζα (...) ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, δεν ελέγχω πια τίποτα, είμαι εξ' ολοκλήρου "αλλού", στη χώρα του ύπνου..."1

Στο μυαλό μου γυρνάνε φράσεις από τα βιβλία που διάβαζα μόλις πριν.

Είκοσι λεπτά. Μια σιέστα.

Το ρολόι στο χέρι μου δείχνει τέσσερις και δεκαεπτά ακριβώς. Δυσκολεύομαι να υπολογίσω με τους δέικτες τα είκοσι λεπτά αργότερα για το ξυπνητήρι. Παιχνίδια του μυαλού και του ματιού. Κι αν δεν με πάρει ο ύπνος με τη μία; αναρωτιέμαι.

Πόσο αστείο πρόβλημα, από κάτι τόσο απλό.

Ένα απρόσμενο βραχυκύκλωμα στην καθημερινή ρουτίνα.

Πως φτάσαμε ως εδώ;

"(...) η σιέστα αποτελεί έναν χρόνο πραγματικά ελεύθερο, που ανήκει μόνο σ εκείνον που τη βιώνει."2

Πρόκειται για μια προσωπική στιγμή. Κανείς, μάλλον, δεν θα το αμφισβητούσε αυτό. Ελεύθερη όμως από τί; Μιλάμε απλά για μια διαχείριση και διεκδίκηση του περίφημου ελεύθερου χρόνου, μέσα στην εργάσιμη μέρα;

Και η ενοχή;

"Να κοιμηθώ; Μα έχω τόσα πράγματα να κάνω! Να κοιμηθώ; Μα δεν είναι πρέπον! Κι αν κάποιος το αντιλαμβανόταν και το μαρτυρούσε στους οικείους μου,(...) στους συναδέλφους μου, στους προϊσταμένους μου..."3

Η σιέστα ανήκει στους λαούς που ζουν σε ιδιαίτερα θερμά κλίματα, και βέβαια, στα παιδικά μας χρόνια.

Μα όχι! Σύμφωνα με μελέτες, μια μικρή σιέστα μέσα στην μέρα, γνωστή και ως "power-nap", μπορεί να αυξήσει ιδιαιτέρως την παραγωγικότητά μας. Γνωστοί κολοσσοί της παγκόσμιας βιομηχανίας, άλλωστε, προβλέπουν ήδη nap-rooms και σχετικές υπηρεσίες, για τους εργαζομένους τους. Η αποξένωση από την ευεργετική και χρήσιμη σιέστα, ήταν χωρίς άλλο ένα προσωρινό παραστράτημα στο δρόμο για την ευημερία. Η αποκατάστασή της στη συλλογική συνείδηση και πρακτική, είναι καθώς όλα δείχνουν προ των πυλών, και μάλιστα με τη σφραγίδα της επιστήμης.

Εγκαταλείπω την προσπάθεια να κοιμηθώ. Η σιέστα αυτή θα πρέπει να περιμένει.

Ανοίγω το βιβλίο που διάβαζα, στην σελίδα 51. Το μάτι μου πέφτει σε μια φράση:

"Πολύ πριν ο τεχνίτης βρει τα χρήματα για ν αγοράσει ένα ρολόι χεριού, ο Μπάξτερ κι οι όμοιοι του πρόσφεραν στον καθένα ένα εσωτερικό ηθικό ρολόι"4

Το βιβλίο είναι η γνωστή μελέτη του Άγγλου ιστορικού Ε.Π. Τόμπσον, για το χρόνο και την εργασιακή πειθαρχία στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Ο Μπάξτερ, που πρωταγωνιστεί στο παραπάνω απόσπασμα, είναι ένας από τους αρκετούς ηθικολόγους του 17ου και του 18ου αιώνα, υπέρμαχους της εργατικότητας και πολέμιους της τεμπελιάς. Σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τον ίδιο, διαβάζουμε:

"ένας φρόνιμος και έξυπνος χριστιανός θα πρέπει να τακτοποιεί τις δουλειές του με τέτοια τάξη, ώστε κάθε μια να έχει την προκαθορισμένη θέση της και το σύνολο να μοιάζει μ' ένα ρολόι ή μ' έναν οποιονδήποτε άλλο μηχανισμό, όπου όλα πρέπει να δουλεύουν καλά και να βρίσκονται στη θέση τους" A Christian Directory (1673)5

Σαν αρχιτέκτονας, μου έρχεται στο νου αμέσως η διάσημη Χάρτα της μοντέρνας πολεοδομίας του δικού μας, δηλαδή του περασμένου αιώνα, και η πόλη των ζωνών που αυτή περιέγραφε. Η εργασία και η σχόλη, ήταν δραστηριότητες όμοιες, με την έννοια ότι έπρεπε να τακτοποιηθούν, να βρουν τον κατάλληλο χώρο και χρόνο τους, μέσα σε μια ορθολογική οργάνωση του συνόλου των δραστηριοτήτων.

Η σχόλη, έτσι, δεν ήταν απλά "χρόνος ελεύθερος", έπρεπε να μελετηθεί, να προβλεφθούν γι' αυτήν όλα τα απαραίτητα μέσα, και βέβαια, ο κατάλληλος χώρος, τα κατάλληλα αντικείμενα.



Η θερμοκρασία αυτές τις μέρες στην Αθήνα άγγιξε τους 35 βαθμούς. Ωραίος καιρός για σιέστα, θα μπορούσε να πει κανείς. Σε κάθε περίπτωση το καλοκαίρι έχει μπει για τα καλά, και δεν χρειάζεται κανείς να είναι οπαδός του Μπάξτερ για να σκεφθεί, ότι θα πρέπει σιγά σιγά να οργανώσει τις διακοπές του.

Χρόνος ελεύθερος, χρόνος για τον εαυτό μας. Χρόνος απουσίας από την εργασία, για να βρεθούμε σε μια παραλία, σε κάποιο εξοχικό σαν αυτό της εικόνας που μόλις είδαμε, ενδεχομένως απλά σε μία σκηνή, γιατί όχι και να παραμείνουμε στο καθιστικό μας, στην άνετη πολυθρόνα της γνωστής εταιρείας επίπλων, διαβάζοντας ένα βιβλίο, ακούγοντας την αγαπημένη μας μουσική, χαζεύοντας στο διαδίκτυο, παίζοντας παιχνίδια, ή απλά, ρεμβάζοντας.



Όποιες κι αν είναι τελικά οι επιλογές, και βέβαια, οι δυνατότητές μας, το πιθανότερο είναι ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στον ένα ή άλλο βαθμό, θα έχουμε συμμετάσχει, θέλοντας και μη, σε αυτό που έχει ονομαστεί "βιομηχανία του ελεύθερου χρόνου". Καταναλώνοντας αγαθά και υπηρεσίες, καταναλώνοντας χρόνο και χώρο.

Παραμένοντας στην σελίδα 51, του βιβλίου του Τόμπσον, διαβάζουμε:

"Οι εργάτες των εργοστασίων της πρώτης γενιάς έμαθαν από τα αφεντικά τους την σημασία του χρόνου. Οι εργάτες της δεύτερης, οργάνωναν επιτροπές με σκοπό την μείωση του χρόνου της δουλειάς και έκαναν κινητοποιήσεις υπέρ του 10ωρου. Η Τρίτη γενιά απεργούσε για τις υπερωρίες ή για τις ωριαίες απολαβές. Είχε δεχτεί τη λογική των αφεντικών κι είχε μάθει να τη χρησιμοποιεί προς όφελός της. Είχε μάθει πολύ καλά το μάθημα ότι" ο χρόνος είναι χρήμα"."6

Το δίπολο εργασία-σχόλη λοιπόν, μοιάζει να έχει μετασχηματιστεί ήδη από την εποχή της Χάρτας σε ένα ενιαίο σχήμα παραγωγής, εμπορίας και κατανάλωσης, του χρόνου και του χώρου.

Και η τεμπελιά;

Παραδόθηκε αμαχητί;

Όχι ακριβώς.



Έχω ξυπνήσει για τα καλά πια.

Χαζεύω τα άλλα βιβλία που είναι σκορπισμένα στο γραφείο μου.

Το πολύ γνωστό, αιρετικό "δικαίωμα στην τεμπελιά", από τον γαμπρό του Μαρξ, Πωλ Λαφάργκ, γραμμένο το 1880.

Κοντά του, ξεκουράζεται η διακριτική, αν και όχι λιγότερο ουσιαστική, "απολογία ενός αργόσχολου", του Ρ.Λ.Στήβενσον.

Λίγο πιο πέρα, στέκει κάπως μόνη της, η φιλόδοξη "τεμπελιά, η πραγματική αλήθεια του ανθρώπου", του Κ.Μάλεβιτς.

Με διαφορετικούς τρόπους και επιχειρήματα ο καθένας, επιχειρούν να δείξουν το δρόμο προς μια διαφορετική, αυθεντική τεμπελιά. Το νήμα που τους συνδέει, είναι μια ισχυρή αίσθηση ότι η τεμπελιά και όλα της τα παράγωγα, η νωχελικότητα, η βραδύτητα, η ραθυμία, το δίχως άλλο και η σιέστα, βάλλονται, κινδυνεύουν να αφομιωθούν, να χάσουν το διακριτό νόημά τους, ενδεχομένως και την, κατ' αυτούς, απελευθερωτική τους δυναμική.

Διαβάζουμε στον Στήβενσον:

"Σε μιαν εποχή όπως η σημερινή, όταν οι πάντες είναι αναγκασμένοι υπό την απειλή της ερήμην καταδίκης τους στην ποινή της ανυποληψίας, να μπουν σε κάποιο προσοδοφόρο επάγγελμα και στο πλαίσιό του να μοχθήσουν επιδεικνύοντας κάτι που δεν απέχει πολύ από τον ενθουσιασμό, (...) η λεγόμενη "φυγοπονία" - η οποία δεν συνίσταται στην απραξία, αλλά σε μια ενεργητικότητα που δεν αναγνωρίζεται από το δογματικό τυπικό της καθεστηκύιας τάξης- έχει, εξίσου με την εργατικότητα το δικαίωμα να διακυρήξει τις αρχές της."7

Όσο κοντά κι αν μοιάζουν αυτά τα γραπτά σε μας σήμερα, άλλο τόσο μάλλον έχει αλλάξει ο κόσμος, από την εποχή τους.

Δεν θα έκλεβα ένα από αυτά τα βιβλία, αλλά με χαρά μάλλον θα το κατέβαζα. Πιθανότατα ενώ θα έκανα κάποιο διάλειμμα από τη δουλειά. Το διάλειμμα αυτό δεν θα με πήγαινε πολύ μακρύτερα από το διπλανό παράθυρο, τον browser, τη μηχανή αναζήτησης. Θα πόσταρα, νωχελικά ή με ενθουσιασμό, τα ευρύματά μου στο facebook, χαζεύοντας παράλληλα τα νέα της ημέρας από τα ποστ των φίλων, ίσως παίζοντας κάποιο παιχνίδι για λίγο, τί σημασία έχει, η δουλειά με περιμένει εδώ δίπλα, να, τα email μου είναι εκεί.

Πόσο παρωχημένη μοιάζει άξαφνα η συζήτηση για την εργασία, τη σχόλη, την κατανάλωση.

Για τον χώρο της πόλης, το σπίτι, τα αντικείμενα, τον τρόπο σύλληψης και οργάνωσής τους, που περιέγραφε η Χάρτα.

Κλείνω τον υπολογιστή, και πηγαίνω προς το κρεββάτι. Το σήμα του κινητού μου με ακολουθεί, όπως και το ασύρματο δίκτυο άλλωστε. Έχω αλλάξει δωμάτιο, είμαι ξαπλωμένος, φοράω άλλα ρούχα, βρίσκομαι σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον και μιαν άλλη κατάσταση με άλλα λόγια, ωστόσο η κρίσιμη, η νέα διαφορά είναι ότι εδώ δεν υπάρχει και τόσο καλό σήμα. Ο χώρος και ο χρόνος έχουν χάσει αξία και νόημα, μετρήσιμο, πλέον, όλο και περισσότερο, σε bytes ανά second, ταχύτητα upload και download.

Σε ένα συνέδριο για την Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, που έλαβε χώρα πριν μερικές εβδομάδες στην Αθήνα, ένας πολύ γνωστός καθηγητής πολεοδομίας του τμήματος στο οποίο σπούδασα και εγώ, παρουσίασε μεταξύ άλλων μερικές από τις ουτοπικές προτάσεις για την σύγχρονη πόλη, των αρχιτεκτόνων του 20ου αιώνα.

Σε μία από αυτές, στάθηκε με ειρωνικό ύφος, διερωτώμενος για τον τύπο ζωής που αυτή περιέγραφε.

Ήταν η "ηλεκτρονική πολεοδομία" του Τάκη Ζενέτου.



Περνώντας μάλλον γρήγορα, τις όχι και τόσο ενδιαφέρουσες κατ' αυτόν παραμέτρους του προγράμματος του Ζενέτου, εστίασε την αιχμή του σχολίου του στην παρακάτω εικόνα:


Το νόημα του σχολίου, που διατυπώθηκε ιδιαίτερα γλαφυρά, και το επιχείρημα του καθηγητή, βάσει του οποίου προσπερνούσε μάλλον απαξιωτικά αυτή την πρόταση, ήταν ότι στον πυρήνα της, βρισκόταν ένας άνθρωπος, όπου τέλος πάντων, πώς γίνεται να "κάθεται σ' αυτή την πολυθρόνα και να μην κάνει τίποτα, όλη μέρα".

Αν μισό αιώνα πριν, που διατυπωνόταν αυτή η πρόταση από τον Ζενέτο, είχε κάποιο νόημα μια ρεαλιστική κριτική, ότι εν πάσει περιπτώσει, η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν είναι ποτέ δυνατόν να πιστέψουμε στα σοβαρά ότι θα απομειωθεί στο χειρισμό μόνιτορ και τηλεχειριστηρίων εξ' ολοκλήρου, σήμερα, θα οφείλαμε να αναγνωρίσουμε σε αυτήν, με ρεαλιστικούς όρους, μια εύστοχη περιγραφή της νέας συνθήκης που έχει επικαθίσει στην παλιά, και έχει αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε και διαντιδρούμε με τον κόσμο.

Κάθεται λοιπόν και δεν κάνει τίποτα όλη μέρα, ο άνθρωπος του Ζενέτου;

Απεναντίας, κάνει πολλά. Καταβάλλει ιδιαίτερη προσπάθεια, υπερβαίνει εαυτόν θα λέγαμε, να παραμείνει διαρκώς συνδεδεμένος. Χειρίζεται τις υποθέσεις του με τη διαμεσολάβηση ενός δικτύου, μιας ικανής και αναγκαίας υποδομής, πάντως αυτές σε κάθε περίπτωση πριν γίνουν εικόνα, σκέψη, λόγος, πράξη, είναι καταρχήν ήδη, πληροφορία προς διακίνηση, δεδομένα προς upload και download.

Αυτό που κάνει την πρόταση του Ζενέτου να "στέκει", δεν είναι τόσο το θεαματικό, φουτουριστικό δικτύωμα που "εγγράφει" τον άνθρωπο, αναπαυτικά καθώς φαίνεται, στο εσωτερικό ενός γυάλινου ημισφαιρίου.

Αυτό που την κάνει να στέκει, είναι η "εγγραφή" αυτού του ανθρώπου, του σύγχρονου ανθρώπου, στο δίκτυο της συνδεσιμότητας.

Και η τεμπελιά;

Αν αυτός ο άνθρωπος, στην πολυθρόνα της ιδανικής συνδεσιμότητας, δεν κάνει "τίποτα", αλλά μάλλον πάρα πολλά, και μάλιστα ταυτόχρονα, ομοιότροπα, περνώντας από την εργασία στη σχόλη, από την κατανάλωση στη συμμετοχή, κι από κει στο ρεμβασμό, διαμένοντας πρακτικά "εκτός τόπου και χρόνου", αλλά πάντα εντός δικτύου, πότε μπορούμε να πούμε ότι τεμπελιάζει;

Αν η συνδεσιμότητα έχει φτάσει στα έσχατα όριά της σήμερα, με το κινητό, που περιλαμβάνει με έναν τρόπο πλέον και τον υπολογιστή, να μένει ανοιχτό, συνδεδεμένο, και μαζί του δυνάμει κι εμείς, ακόμα και την ώρα του βραδυνού ύπνου, του τελευταίου αυτού προπύργιου της απραξίας, μπορούμε καν να σκεφτούμε την τεμπελιά, την απραξία, ως κάτι διαφορετικό απ' την κατανάλωση ή τη συνδεσιμότητα;

Θα σχολιάσω δύο παραδείγματα, που κατά τη γνώμη μου δεν ξεφεύγουν από αυτά τα πλαίσια.

Στη συνέχεια θα προχωρήσω στη διατύπωση της βασικής μου υπόθεσης για την τεμπελιά, τη σιέστα, και την αρχιτεκτονική, στην εποχή της γενικευμένης συνδεσιμότητας, με ένα τρίτο παράδειγμα - αφηρημένο σχήμα, που θα ακολουθήσει.



Το πρώτο παράδειγμα κινείται στο φυσικό επίπεδο, μιας νεωτερικής νοοτροπίας σχεδιασμού του κατάλληλου αντικειμένου για την κατάλληλη δραστηριότητα.

Ο άνθρωπος ο εγγεγραμένος στο δίκτυο της συνδεσιμότητας, αδιάφορος καταστατικά για το χώρο ή το χρόνο στον οποίο βρίσκεται, έχει φαινομενικά τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή και σε οποιονδήποτε τόπο, εξοπλισμένος βέβαια με το κατάλληλο gadget, που στην περίπτωση αυτή είναι το μαξιλάρι-σκάφανδρο, να "αποσυνδεθεί" για όσο ο ίδιος το επιθυμεί.

Οι συνθήκες αυτής της σιέστας προδιαγράφονται στο ίδιο το αντικείμενο με ακρίβεια: Το μόνο που χρειάζεται, το ικανό και αναγκαίο, είναι το σκοτάδι και μια σχετική ησυχία, να μη βλέπω και να μη με "βλέπουν".



Υπάρχουν, βέβαια, πολλές παραλλαγές στα σχετικά αντικείμενα -στιγμιαία σιεστουάρ-, αλλά υπακούουν πάνω κάτω στην ίδια λογική, με ένα λιγότερο ή περισσότερο εκκεντρικό τρόπο.

Βγαίνοντας για λίγο από το άνετο, σχεδόν όσο και η πολυθρόνα του Ζενέτου, μαξιλάρι-σκάφανδρο, είμαι και πάλι συνδεδεμένος, και αυτή τη φορά λέω να χαζέψω μερικές εφαρμογές, που υπόσχονται, το δίχως άλλο, να κάνουν την εργασία αλλά και τη σχόλη μου ευκολότερη και πιο ευχάριστη.

Βάζοντας τη λέξη κλειδί "ύπνος" στο play store της google, ανακαλύπτω την απόλυτη εφαρμογή για τη σιέστα στην ψηφιακή εποχή.



Το "Sleep as Android", μοιάζει να φιλοδοξεί να καλύψει και το τελευταίο κενό συνδεσιμότητας για το οποίο κάναμε λόγο νωρίτερα, τον βραδυνό ύπνο.

Η περιγραφή που ακολουθεί, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Πρόκειται για μια σοβαρή δουλειά, το τεχνολογικό κομμάτι επιλύθηκε, όπως θα ήταν αναμενόμενο.



Ο ύπνος καταγράφεται, οργανώνεται σε στατιστικά στοιχεία και γραφήματα, οι διαδικασίες αφύπνισης ρυθμίζονται στην εντέλεια.

Επιστρέφουμε στην αρχή, λοιπόν. Η σιέστα, η τεμπελιά, ο ύπνος, είναι αγαθά, υπηρεσίες και πληροφορία, που όπως και όλα τα υπόλοιπα μελετώνται και θα μελετηθούν, σχεδιάζονται κατάλληλα και πάντα επιστημονικά, και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα βρουν γρήγορα τη σωστή τους θέση στο καθημερινό μας πρόγραμμα, σε μια σειρά από διαθέσιμες, εξατομικευμένες λύσεις, και αυτό είναι περίπου όλο.

Ή μήπως όχι;



"Αρκεί να αναλογιστούμε ότι η τεμπελιά είναι ο θάνατος του "είναι", δηλαδή του ανθρώπου που δεν βρίσκει τη σωτηρία του παρά μόνο μέσα από την παραγωγή, μέσα από την εργασία."8

Και μέσα από τη συνδεσιμότητα, θα προσθέταμε, στα λόγια του Μάλεβιτς.

Ο ίδιος προχωρά στη συνέχεια, διατυπώνοντας το όριο αυτής της "απόλυτης" τεμπελιάς, της "δραστηριότητας ως ενατένισης της αυτοπαραγωγής"9

Μορφές σαν αυτές περιγράφει και ο Στήβενσον στην "απολογία" του, "στα λιβάδια που απλώνονται στο βάθος, ατάραχες μορφές, ξαπλωμένες στη σκιά, μ' ένα μαντήλι στο κεφάλι κι ένα ποτήρι στο χέρι", που προκαλούν την αγανάκτηση, κάθε εργατικού, φιλόπονου και φιλόδοξου ανθρώπου10.

Αν προσφέρουν κάτι αυτές οι περιγραφές, αυτό δεν είναι μια ουτοπία σαν αυτή που προκάλεσε τη θυμηδία του καθηγητή πολεοδομίας στο παράδειγμα του Ζενέτου, όσο ένας αναγκαίος δεύτερος εννοιολογικός πόλος, το μέτρο που θα μας επιτρέψει να συγκρίνουμε και να καταλάβουμε καλύτερα τη σημερινή, βραχυκυκλωμένη συνθήκη της εργασίας, κατανάλωσης και συνδεσιμότητας, και να σκεφτούμε πιθανές διαφυγές από αυτήν.



"Στο βιαστικό βήμα στους διαδρόμους του μετρό μπορούμε ν' αντιτείνουμε την ακινησία στους κυλιόμενους διαδρόμους ή στις κυλιόμενες σκάλες, το βάδισμα του περιπατητή, την άσκοπη στάση, το φανταστικό στοπ, την ανάκτηση της ανάσας, την παύση. (...) Αυτή η νέα προσέγγιση του χρόνου, αυτή η συνενοχή με κάθε λεπτό(...) τροποποιεί επίσης την αντίληψή μας και τις χρήσεις μας για το χώρο."11

Τα λόγια είναι του Τιερύ Πακό, Γάλλου καθηγητή πολεοδομίας, από το βιβλίο του "Η τέχνη της σιέστας".

Ο Πακό μέσα από μια ιδιαίτερα πλούσια και πολύπλευρη προσέγγιση, δίνει τελικά έμφαση στη σιέστα ως κατώφλι, για μια άλλη προσέγγιση του εαυτού μας και της σχέσης μας με τον κόσμο, στη σύγχρονη πραγματικότητα.

"[η σιέστα] αποτελεί μια ελευθερία, μια δυνατότητα. Αυτή η ρήξη στην ευθεία οδό της μισθωτής εργασίας είναι το αποτύπωμα ενός αιφνιδιασμού. Μιας μεταστροφής. Μιας παρακαμπτηρίου. Η σιέστα είναι μια παρακαμπτήριος στην απόλυτα διευκρινισμένη, υποχρεωτική, συνηθισμένη μηχανική δραστηριότητα."12

Ο Πακό δεν σταματά στην αντίθεση του "χρόνου του ρολογιού και της μισθωτής εργασίας" απ' τη μια, και του ελεύθερου χρόνου μιας σιέστας απ' την άλλη. Φέρνει την έννοια αυτή στη σημερινή συνθήκη της διαρκώς παρούσας όσο και θραυσματοποιητικής συνδεσιμότητας. Η απλή αυτή ανάγκη για αναπλήρωση των δυνάμεών μας, ή και η ένοχη απόλαυση ενός σύντομου σκασιαρχείου στη ροή της ημέρας, μοιάζει να μετατρέπεται σε κάτι διαφορετικό:

"Είναι μια στιγμή, περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένη, όπου είμαστε παρόντες για τον εαυτό μας απουσιάζοντας από τον κόσμο. Η προσωρινή αυτή απόσυρση τροφοδοτεί τη συγκέντρωση, την ενοποίηση, την πρόσκαιρη ανασύσταση της διαλυμένης, διχασμένης, σκορπισμένης προσωπικότητάς μας."13

Στις αναφορές του για τη χωρικότητα αυτής της επιτέλεσης, δεν θα βρούμε ποτέ μια ακριβή περιγραφή: Στάσεις και συμπεριφορές, εννοιολογικά σχήματα για τις πολλαπλές χρονικότητες, πάντως πουθενά δεν προτείνεται κάποιος συγκεκριμένος χώρος ή αντικείμενο, παρά μόνο ειρωνικά, με παραδείγματα σαν αυτά που αναφέραμε.



Αναζητώντας στις εμπειρίες και τις αναφορές μου, αφορμές για να σκεφτώ το χώρο και την αρχιτεκτονική με αυτούς τους όρους, αλλά και εν γένει παραδείγματα πραγματικών τεμπέληδων, κατά Μάλεβιτς και Στήβενσον, κατέληξα στην εμβληματική φιγούρα του κυνικού φιλοσόφου της Αρχαιότητας, Διογένη. Και στο πιθάρι του.



Επικαλούμαι εδώ αυτή την εικόνα περισσότερο ως αφηρημένο σχήμα - πρόταση για να σκεφτούμε το χώρο, την τεμπελιά και τη σιέστα, και τον εαυτό μας μέσα σε αυτά, παρά ως κυριολεκτική περιγραφή μιας πραγματικής κατάστασης.

Με μια τέτοια έννοια, η φιγούρα του Διογένη μοιάζει να ενσαρκώνει ιδανικά αυτή την επιλεγμένη απόσταση και αποσύνδεση, για την οποία κάνει λόγο ο Πακό.

Ο φιλόσοφος, αυτάρκης, δεν αρνείται απλά την εργασία, αλλά κάθε δράση, οποιαδήποτε συμμετοχή στην εκάστοτε συγκυρία. Οι δύο όψεις, των νωχελικών αιθέριων υπάρξεων της σχόλης από τη μία, και του ακούραστου και ακόρεστου στρατηλάτη από την άλλη, που βλέπουμε στους δύο πίνακες, στοιχειοθετούν αυτή τη διπλή άρνηση.

Πέρα από την πρώτη πιθανή ανάγνωση σε αυτήν, ενός μηδενιστικού αναχωρητισμού, μιας "αταραξίας" απέναντι στην πραγματικότητα εν γένει, ίσως μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη διάνοιξη ενός χώρου, το κατώφλι προς έναν απολογισμό και μια επανεκκίνηση.



Το πιθάρι από την άλλη, στέκεται ήδη ειρωνικά, απέναντι σε μια ερμηνεία που θα το ήθελε να αποτελεί ένα στοιχειώδες καταφύγιο, ένα "κατάλληλο", ικανό και αναγκαίο αντικείμενο για το πέρασμα στην ιδανική τεμπελιά.

Μοιάζει πολύ πιο εύλογο να ειδωθεί ως μεταφορά ενός κόσμου, του προσωπικού κόσμου του ιδανικού τεμπέλη Διογένη. Μια συμβολική περισσότερο παρά υλική περίμετρος, που ορίζει τη δική του αντίληψη, το χώρο της σκέψης του, τον εαυτό, απέναντι στα πράγματα και στις επιταγές του έξω κόσμου.

Επίλογος - Υποθέσεις

Τα δεδομένα του τόπου, του κλίματος, της περίστασης, δεν θα πάψουν να ισχύουν. Το πιθανότερο είναι πως πάντα θα αναζητάμε τη σιέστα, αυτή τη μικρή ανάπαυλα, αυτό τον "χρόνο για τον εαυτό μας", σ' ένα κάποιο μικρό καταφύγιο απ' τον ήλιο, τη βοή της πόλης, τα αδιάκριτα βλέμματα.

Ελπίζουμε να έγινε κατανοητό ωστόσο, πως αν θελήσει κανείς να απολαύσει και να επωφεληθεί σε βάθος από τους καρπούς αυτού του "νεκρού μα τόσο ζωντανού χρόνου", χρειάζεται να πάει ένα βήμα παραπέρα. Χρειάζεται να παραδοθεί συνειδητά, στην αποσύνδεση από κάθετί έως τότε γνωστό, για να μπορέσει να σκεφθεί εκ νέου τον ίδιο του τον εαυτό, στον προσωπικό του πια χώρο και χρόνο.

"Τί είναι η σιέστα; Ένα αβέβαιο μετά συντονισμένο με ένα πιθανό πριν"14

Στη συνθήκη της γενικευμένης συνδεσιμότητας, η σιέστα μοιάζει να είναι ένα κατώφλι που κάνει και πάλι εφικτή μια ριζική ενδεχομενικότητα. Τη δυνατότητα "να χαθείς και ν' αναγεννηθείς. Καινούριος".15


*το παραπάνω κείμενο παρουσιάστηκε από τον Γιάννη Γρηγοριάδη για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Βραδύτητας ΄14, με τον τίτλο "Κατασκευαζοντας την Σιεστα : Υποθέσεις για την Αρχιτεκτονική της τεμπελιάς"


*the text above was presented by Giannis Grigoriadis for the first time in Slow Fest '14 with the title "Constructing Siesta : Cases for the Architecture of laziness"

--------------------------

1. Paquot Thierry, Η Τέχνη της Σιέστας, εκδ. Ποταμός, Αθήνα, 2009, σελ.9
2. ο.π. σελ.57
3. ο.π. σελ.9
4. Thompson Edward-Palmer, Χρόνος, Εργασιακή Πειθαρχία και Βιομηχανικός Καπιταλισμός, εκδ. Νησίδες, Αθήνα, 1994, σελ.51
5. ο.π.
6. ο.π., οι υπογραμμίσεις δικές μας
7. Stevenson Robert-Louis, Malevitch Kazimir Απολογία ενός αργόσχολου / Η τεμπελιά ως πραγματική αλήθεια του ανθρώπου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα, 2010, σελ.21 (Στήβενσον)
8. ο.π. σελ.53 (Μάλεβιτς)
9. ο.π. σελ.68 (Μάλεβιτς)
10. ο.π. σελ 23 (Στήβενσον)
11. Paquot Thierry, Η Τέχνη της Σιέστας, εκδ. Ποταμός, Αθήνα, 2009, σελ.63, οι υπογραμμίσεις δικές μας
12. ο.π. σελ.37
13. ο.π. σελ.58
14. ο.π. σελ.54
15. ο.π.